free hit counter
 Editorial
Φίλες και φίλοι του
Kefalonia.net.gr

Πενήντα χρόνια πέρασαν από την στιγμή, που πρωτοφανής θεομηνία κατερείπωσε τρία από τα πιο όμορφα νησιά του Ιονίου. Τον «χορό του χαμού» ξεκίνησαν πρώτα η Ιθάκη, που κτυπήθηκε το Βαθύ της και μετά η Σάμη με τα γύρω χωριά της. Η Σάμη δέχτηκε τους πιο βίαιους σπασμούς του εγκέλαδου που τη γιόμισε θύματα τραυματίες και ερείπια. Ήσυχο διάβαινε το καλοκαίρι του 1953 στα νησιά μας ως τις 9 Αυγούστου πόγινε η αρχή των σεισμών. Ο ήλιος έκανε όπως πάντα την ίδια πορεία, βλέποντας μέρα με τη μέρα όλων των ανθρώπων τα καθημερινά βιώματα, χωρίς να φανερώνει τι μέλλεται. Μια Κυριακή, απ’ τις πολλές εκείνου του καλοκαιριού, τις 9 Αυγούστου του ’53, πάλι όπως πάντα ο ήλιος καμαρωτός στο πύρινο άρμα του, είχε χαράξει την ίδια πορεία. Ετοιμαζόταν να πυρώσει τη γη, και τις ψηφίδες της, τα μυρωμένα Επτάνησα. Τότε ήταν που αποφάσισε η γη να «ρευτεί» και να δείξει πως ήταν χορτάτη από γεωλογική ενέργεια και δεν άντεχε άλλο. Βλέπεις, τούτη η συνήθεια της γης έρχεται από παλιά. Έτσι τα πρώτα «ρεψίματα του σεισμού» με γερή ταρακούνηση σημειώθηκαν τις 9.40 ώρα πρωινή. Τα σπίτια στο Βαθύ και στην Πύλαρο είχαν ξεχαρβαλωθεί, αλλά οι ιδιοκτήτες νόμισαν πως ό,τι ήταν να γίνει έγινε και πέρασε. Πέσανε να κοιμηθούνε ησυχασμένοι… Πέρασε η νύχτα και ήλθε η Δευτέρα 10 του μηνός. Θύμιζε τσαγγαροδευτέρα, δουλευτάρικη μέρα, ήσυχη από ταρακουνήματα σεισμών. Η ζωή κυλούσε χωρίς φόβο και υποψία λόγω του καταλαγιάσματος της γήινης τρεμούλας Πέρασε όλη η Δευτέρα 10 Αυγούστου, χωρίς βία τρομακτική, χωρίς ανησυχητική δόνηση, χωρίς προμήνυμα… Παρ’ όλη την ηρεμία της γης κάποιοι ανησυχούσαν και μαζεύονταν, κάποιοι προμάντευαν το τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Γύρω στις 5.30 πάνω στη ροδαυγή, στο ξημέρωμα της Τρίτης 11 Αυγούστου, θυμήθηκε η γη να ξεθυμάνει απότομα λες και ήθελε να περάσει το δικό της καπρίτσιο. Ένας σεισμός που ήταν 6 φορές ισχυρότερος από τον πρώτο εκείνον της Κυριακής!
O Αλ. Σακελάριος, ανταποκριτής της «Απογευματινής», γράφει:
«Τίποτα δεν έχει μείνει ορθό. Τίποτα. Εκτός από έναν τοίχο κάποιου καφενείου και ένα ξύλινο μπλε περίπτερο. Όλα τ’ άλλα έχουν οριζοντιοποιηθεί. Κι η παραλία έχει ανοίξει. Έχει σκάσει η γη, σαν καρπούζι που το πέταξες κάτω κι άνοιξε. Σκάσιμο εδώ, σκάσιμο εκεί, σκάσιμο παραπέρα που διακλαδώνεται, κι άλλο σκάσιμο, κι άλλο, κι άλλο…»
«Μια γριούλα κάθεται στις πέτρες των ερειπίων κι αναλύεται σε λυγμούς. Σ’ ένα σπίτι, που σωριάστηκε όπως όλα, σκοτώθηκε ο πατέρας, ο Δημήτριος Βαγγελάτος, ετών 32 σκοτώθηκε η μητέρα ετών μόλις 20 και σώθηκε το μωρό τους, ένα κοριτσάκι σαράντα μερών. Έτυχε να πέσουνε από πάνω του κάτι δοκάρια σταυρωτά και να το προφυλάξουνε από τις πέτρες και τους σοφάδες. Όταν τελείωσε το κακό ακούσανε τα κλάματά του και τρέξαν και τα βγάλανε…»
(Αλ. Σακελάριος «Απογευματινή» 18-8-53)

Ανταποκρίσεις, σχόλια, συνεντεύξεις και φωτογραφικό υλικό μπορείτε να αναζητήσετε στις σελίδες του Ρεπόρτο.